
Η πιό γιαγία γιαγιά που είχα ποτέ...
Χήρεψε νέα. Πολύ νέα. Ο Γιάννης της έφυγε μέσα σε μεγάλο πάθος και ένταση. Έμφραγμα την ώρα που η αγαπημένη του ομάδα, ο Παναθηναϊκός έβαζε γκολ. Πέθανε από τη χαρά του. Μέσα στο στάδιο. Πάνω στην κερκίδα άφησε την τελευταία του πνοή. Και βύθισε εκείνη και τα παιδιά τους στο πένθος.
Ήταν μικρά τα παιδιά τότε. Ο Κώστας, ο πρωτότοκος, που είχε το όνομα του παππού που έμεναν μαζί, κι ο Θανάσης, ο μικρός, λιγότερο από 2 χρόνια νεότερος από τον Κώστα. Ο παππούς ο Κώστας στάθηκε στο πλάι της νεαρής χήρας. Σαν παιδί του την είχε. Σαν πατέρας στάθηκε και για τα παιδιά της. Τα εγγόνια του.
Εκείνη ήταν νοικοκυρά από τις λίγες. Αρβανίτισσα και μενιδιάτισσα, νευρική γυναίκα, δε στεκόταν λεπτό. Έπρεπε να μαγειρέψει, να πλύνει, να φροντίσει τον κήπο και το περιβολάκι τους, μαζί με τον παππού. Φρόντιζε και τη γιαγιά την Αγγέλω, τη μάνα του Γιάννη, που ήταν κατάκοιτη, μέχρι τα τελευταία της. Πάντα κάποιον φρόντιζε τώρα που το σκέπτομαι. Και τον παππού τον Κώστα φρόντισε μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Είχε την ευχή του. Κι εκείνη και τ’ αγόρια της.
Αγράμματη γυναίκα ήταν, κι όμως, κατέβαινε στη Νομική κι έπαιρνε τους βαθμούς του Κώστα που σπούδαζε δικηγόρος. Τον βοήθησε να διαβάζει, τον φρόντιζε μέχρι που παντρεύτηκε, αλλά και μετά. Ο Θανάσης πάλι, έγινε μουσικός. Καμάρι η μάνα του. Τον άκουγε να παίζει το σαξόφωνο και χαμογέλαγε. Της άρεσε να παίζει ο γιος της μουσική. Την ταξίδευε. Κι εκείνος παντρεύτηκε. Κι οι δύο νύφες της άξιες γυναίκες. Ν’ αγαπάνε τους γιούς της και να τους φροντίζουν. Μόνο αυτό ήθελε η θεία η Σοφία. Τίποτε άλλο. Τίποτε για κείνη. Πάντα για τους άλλους.
Την ινσουλίνη την ξεκίνησε από πολύ νέα. Από τη στενοχώρια του Γιάννη, έλεγε. Μα και τα δυο αγόρια της έχουν ζάχαρο. Τουλάχιστον να μην παιδεύονταν αυτά, έλεγε. Καθένας τους της έκανε κι από μια εγγονή. Η Σοφούλα, η κόρη του Κώστα και της Παρούλας πήρε και τα’ όνομά της. Μικροκαμωμένη και λεπτούλα, σπιρτόζικο, ίσως και κάπως νευρικό παιδί, είχε μοιάσει στη γιαγιά της.
Η Έλενα πάλι, η κόρη του Θανάση και της Μαριτέ, ήταν διαφορετική. «Νταρντάνα η Έλενά μου!» τη θαύμαζε η θεία η Σοφία. «Όχι σαν την άλλη τη μικρή που δεν τρώει τίποτα. Ανόρεχτο, νευρικό παιδί» έλεγε ανήσυχη. «Η Έλενα είναι σαν κι εσένα. Ότι κι αν σου’ φτιαχνα όταν ήσουνα μικρή το έτρωγες. Όλο. Η Σοφούλα, μμμ, το ένα της ξυνίζει, το άλλο της βρωμάει.»
Βλέπεις, το φαγητό για τη θεία τη Σοφία ήταν κριτήριο καλής υγείας και σωστής διαπαιδαγώγησης των παιδιών. Έπρεπε να τρώνε καλά για να πάρουν μπόι και να μην γίνουν σαν κι εκείνη που γι’ αυτό έμεινε κοντή. Γιατί στην Κατοχή, πω πωωω, τί τραβήξαμε... Γι’ αυτό φάε εσύ τώρα!»
Η θεία η Σοφία ήταν ότι πιο κοντινό σε γιαγιά έχω ζήσει στη ζωή μου. Όταν γεννήθηκα, η γιαγιά μου, η μητέρα της μάνας μου, είχε πεθάνει μόλις, 28 ημέρες πριν. Η μάνα μου ήταν διαλυμένη, από θλίψη και κούραση. Τρία χρόνια πριν είχε χάσει και τον πατέρα της. Και φαίνεται πως όλο το πένθος ήρθε και αντέδρασε με τη γέννησή μου. Κατέρρευσε η μάνα μου.
Η θεία Σοφία ήταν η πρώτη που μ’ έπιασε στα χέρια της. Η πρώτη που χάρηκε για τη γέννησή μου. Εκείνη κι ο πατέρας μου. Μ’ έπλενε, με άλλαζε, με φρόντιζε, μου τραγουδούσε, με νανούριζε να κοιμηθώ. «Σα μάνα μου ήταν», έλεγε η μάνα μου στο τηλέφωνο κλαίγοντας σήμερα που μου τηλεφώνησε να μου πει πως «η θεία η Σοφία» κοιμήθηκε πια για πάντα. «Είχα εγώ κανέναν άλλον;... Εκείνη ήταν κοντά μου για όλες τους...». Εννοούσε για τη μάνα της, τη γιαγιά μου τη Φρόσω, την αδελφή της μάνας της, τη θεία τη Μάτα, τη γιαγιά της τη Σοφία, που είχε και το όνομά της. Για όλες τις νεκρές.
Δεν είχαμε συγγένεια εξ αίματος με τη θεία τη Σοφία. Είχαμε συγγένεια ψυχής όμως, και από τις πολύ ισχυρές. Και συγγένεια χαδιού. Και φροντίδας. Κι αγάπης. Κι ας μην την έβλεπα συχνά τα τελευταία χρόνια. Όταν ήμουν μικρή, ήταν συνεχώς στο σπίτι μας. «Τρέχα θεία Σοφία» της έλεγε η μάνα μου. Κι εκείνη παράταγε τα πάντα κι έτρεχε. Να κρατήσει εμένα, όταν ήμουν πολύ μικρή, τον αδελφό μου, όταν γεννήθηκε αργότερα, να ταϊσει τις γάτες, όταν φεύγαμε διακοπές, να σταθεί όπου τη χρειαζόμασταν. Και πάντα αγόγγυστα έτρεχε, προσπαθούσε, αγωνιζόταν για όλα. Και χαμογελαστή.
Έτσι τη θυμάμαι πάντα. Χαμογελαστή. Και πολυλογού. Μιλούσε κάνοντας χειρονομίες. Ήταν περιγραφική η θεία η Σοφία. Όταν κάτι διηγούνταν, ήταν σα να το είχες ζήσει. «Μμμμ, τι αρχοντογυναίκα που ήταν η γιαγιά σου! Κρίμα που δεν την πρόλαβες! Τη σεβόμασταν όλοι! Και μου είχε φερθεί καλά! Πάντα ευγενική, αλλά και λίγο απόμακρη. Ήταν σα να ήταν πιο ψηλή από μας… Ε, καλά, εγώ είμαι και κοντή! Αλλά εκείνη, ήταν άλλο πράγμα!». Ήταν η μόνη που μου μιλούσε για τη γιαγιά μου. Φαινόταν η εκτίμηση στα μάτια της. «Α, ρε Σοφιά, μου έλεγε η γιαγιά σου! Έλα να κάνουμε και φέτος δίπλες και μελομακάρονα! Και μοσχοβόλαγε ο τόπος μαστίχες! Γιατί βάζαμε μαστίχα μέσα στα μελομακάρονα! Και πορτοκάλι! Πω πωωωω μωρή! Μοσχοβόλαγε ο τόπος!»
Πάντα εκδηλωτική σε όλα της. Όταν κάποτε ήρθε μαζί μας διακοπές στον Όλυμπο, το πρώτο πράγμα που ανεφώνησε έκπληκτη ήταν το αξέχαστο «Πω πωωω βλήτα!!!». Και τώρα που το γράφω χαμογελάω. Ήταν εκείνο το αρβανίτικο λάμδα βαρύ κι ασήκωτο. Είχαμε πέσει κάτω από τα γέλια. Γελούσε κι εκείνη μαζί μας. Χαιρόταν με τη χαρά μας. Λυπόταν με τη λύπη μας. Άνθρωπος ψυχή. Καθαρή ψυχή. Θεοφοβούμενη γυναίκα, αντιλαμβανόταν το Θεό αγνά και ξεκάθαρα. Τις Κυριακές πήγαινε στην εκκλησία ανελλειπώς. Πάντα αναρωτιόμουν αν καταλάβαινε τι άκουγε. Μα ήταν τετραπέρατη. «Μετά το δι’ευχών ο Αμβρόσιος ήρθε κοντά μου και μου’δωσε αντίδωρα! Για τα παιδιά μωρή Σοφιά! Να’ναι καλά!». Πάνε χρόνια που πέθανε κι ο πατέρας Αμβρόσιος. Την είχε βοηθήσει κι εκείνος όσο μπορούσε.
Τα οικονομικά της ήταν όλα – όλα η σύνταξη του Γιάννη της. Έτσι μεγάλωσε τα παιδιά. Και ότι έβγαζε από τον κήπο της. Κεράσια, ντομάτες, αγγουράκια, αυγά φρέσκα από τις κότες της. Τα περίφημα αυγά της θείας της Σοφίας. Μου έφτιαχνε πάντα αυγό βραστό, ανακατεμένο με φέτα. Έκοβε και μπουκίτσες το ψωμί και μου τ’ ανακάτευε όλα μαζί σε μια κούπα… Ακόμη λατρεύω τ’ αυγά θεία Σοφία. Γιατί τα ετοίμαζες με όλη σου την έννοια κι όλη σου την αγάπη κι εγώ πεινούσα πολύ γι’ αυτά. Κι εσύ το ένιωθες. Και απλόχερα τα έδινες με όλη σου την καρδιά.
«Τώρα εσύ θα είσαι η μεγάλη αδελφή για τα αγόρια μου», είπε στη μάνα μου πριν από λίγο καιρό. «Κουράστηκα πια μωρή Σοφιά, είναι πια καιρός να πεθάνω.» Το ένιωθε η θεία η Σοφία. Στα τελευταία της, τα παιδιά της την περιποιήθηκαν όσο καλύτερα μπορούσαν. Πάντα εκτιμούσαν τον αγώνα που έκανε όλη της τη ζωή για τους δυό τους και για τις οικογένειές τους. Ίσως η πιο άξια γυναίκα, η πιο άξια μάνα που έχω συναντήσει ποτέ μου. Κι η πιο άξια γιαγιά. Σπουδαία γυναίκα ήταν η θεία η Σοφία. Τιμή για μένα κι ευτυχία που τη συνάντησα. Μου έδειξε τι σημαίνει να είναι κανείς καλός και χρήσιμος άνθρωπος. Μου έδειξε έναν τρόπο να αγαπάω. Πλέρια, πλατιά, χωρίς αναστολές. Γιατί η αγάπη για τη θεία τη Σοφία ήταν δόσιμο. Δόσιμο άνευ όρων.
Σ' ευχαριστώ για όλα θεία Σοφία...
Αντίο...
10.07.2007
1 σχόλιο:
Με τόσο δυνατό Λόγο απορώ γιατί χρειάζεται η (ψυχ)ανάλυση και ο Λακάν.
Δημοσίευση σχολίου