
Μέσα στο Χάος, μόνη της η Γαία αναλογίζεται τη φοβερή κούραση της δημιουργίας. Σ' εκείνη πέφτει τώρα το φοβερό βάρος της Γέννησης ή της Γένεσης. Μετά τη γέννηση του Ουρανού, σίγουρα ένιωθε πιο ήσυχη. Με τη βοήθεια του έναστρου θόλου, θα μπορούσε να την καλύψει από παντού. Και όντας πιο σοφός θα μπορούσε να χρησιμεύσει κι ως κατοικία των αθανάτων.
Εκείνη όμως δεν είχε ολοκληρώσει την αποστολή της. Και πάλι δεν άντεχε μόνη της. Εδώ και κάποιους αιώνες, οι δυο τους φτιάχνουν σιγά - σιγά ολόκληρη οικογένεια. Έναν καινούργιο κόσμο.
Οι Τιτάνες έχουν μεγαλώσει πια. Ποιος να το πίστευε ότι αυτά τα έξι πανύψηλα παλικάρια και οι έξι λυγερόκορμες κοπέλες ήταν κάποτε τόσα δα μωρουδάκια. Αμ, οι Κύκλωπες; Κοτζάμ άντρες έγιναν πλέον. Δε φαίνεται να υπάρχει κάτι που δεν θα κατάφερναν να κάνουν. Μπορεί να είναι μονόφθαλμοι, μα είναι καλόψυχοι, τρυφεροί. Αχ, να τους έβλεπες παλιότερα πως πρόσεχαν τους μικρότερους Τιτάνες... Κι εκεί ξέρεις, στην καρδιά τους, κρύβεται όλη τους η δύναμη... Όχι σαν τους Γίγαντες που τώρα τελευταία έχουν γίνει υπερόπτες.... Βλέπεις, οι τέσσερις αδελφοί είναι οι μεγαλύτεροι αλλά και οι δυνατότεροι απ' όλους τους άλλους.
Όμως τη Γαία δεν τη νοιάζει. Αγαπάει το ίδιο όλα της τα παιδιά. Γι' αυτό και θυμώνει με τον Ουρανό. Τώρα τελευταία εκείνος έχει αρχίσει να φοβάται. Φοβάται για τη φοβερή του εξουσία. Το ξέρει πως κάποιος από τους γιους του θα τον εκθρονίσει κάποια μέρα. Γι' αυτό κάθε νεογέννητο το πετάει στα έγκατα της γης.
Δε μπορεί ο έρωτάς του για την εξουσία να είναι μεγαλύτερος από εκείνον που νιώθει για τα παιδιά του! Είναι παράλογο. Δεν το χωράει το μυαλό της. Κάτι πρέπει να κάνει. Δεν αντέχει άλλο εκείνον τον πόνο, πολύ τρομερότερο από εκείνον της γέννας, τη στιγμή που ξεριζώνεται ένα από τα παιδιά της από τη Ζωή. Κάτι πρέπει να κάνει.
Το σκέφτεται πολύ καιρό τώρα. Μέρες και νύχτες απασχολεί το μυαλό της μ' ένα πρόβλημα ζωής και θανάτου. Δυνατότητα για δεύτερη γνώμη δεν υπάρχει. Δε μπορεί καν να μοιραστεί τη σκέψη της με κάποιον... Δε μπορεί;
Ψάχνει μέσα της βαθιά για να βρει τι αισθάνεται και δε μπορεί να βρει άκρη. Το κουβάρι των σκέψεων και των συναισθημάτων της μπερδεύεται ολοένα. Τι να’ γινε άραγε ο δικός της έρωτας για τον Ουρανό; Εκείνος ο έρωτας που τότε τον έλεγε Ουράνιο. Κοίτα που κατέληξε... Πάνδημος θα μπορούσε να ονομαστεί τώρα. Κοινός, χαμηλός, φορτικός... Ήταν φοβερό.
Λάτρευε πάνω του οτιδήποτε διαφορετικό είχε από εκείνη. Εκείνη την αίσθηση της Ελευθερίας και της Αγνότητας. Ζήλευε εκείνη την ικανότητα των ματιών του ν' αλλάζουν χρώμα ανάλογα με τη διάθεσή του. Εκείνο το κρυστάλλινο γαλάζιο όταν χαιρόταν κι εκείνο το μοναδικό γκρίζο της λύπης του. Το βιολετί του πόθου του και το ξέθωρο γαλάζιο της ξεγνοιασιάς του. Ενθουσιαζόταν με την απλότητα της Ψυχής αλλά και το μεγαλείο του Πνεύματός του. Το Ένστικτο του δε, αλάθητο. Άλλωστε ήταν κι ο μόνος που μπορούσε να προβλέπει το μέλλον.
Ίσως τελικά να μην ήταν και τόσο σοφός... Η Σοφία προϋποθέτει σύνεση και περίσκεψη. Κι εκείνος δε φαινόταν να σκέφτεται λογικά πλέον. Εκτός αν γνωρίζει κάτι που εκείνη αγνοεί... Μπα, δε μπορεί. Αν υπήρχε κάτι σημαντικό, θα της το έλεγε. Όχι, αυτό δε μπορεί να συνεχιστεί. Η απόφασή της έχει πια παρθεί. Και δεν θα κάνει πίσω.
________________________________________________________________________________
Διστάζουν. Αν είναι δυνατόν, διστάζουν. Διστάζουν μπροστά στην απόφαση να βάλουν ένα τέλος σε αναρίθμητα εγκλήματα. Δείχνουν να είναι πιο σημαντικά γι' αυτούς τα μικροσυμφέροντα της οικογένειας των Ουρανίδων, παρά το μέλλον εκείνης που θα ονομαστεί Ανθρωπότητα. Διστάζουν, ακούς;
Είχε μιλήσει πια με όλους. Κανείς τους δεν είχε το κουράγιο να τα βάλει με τον Γεννήτορα και προστάτη τους. Το βλέπει πως κατά βάθος, όλοι τους συμφωνούν πως είναι άδικο. Όμως δεν μπορούν, λένε, να το κάνουν αυτό. Τους φαίνεται ανήκουστο. Να του μιλήσουμε. Να το συζητήσουμε. Μα δεν καταλαβαίνουν πως εκείνη, η μάνα και γυναίκα του έχει προσπαθήσει τα πάντα...
Κουρασμένη πια, η Γαία βρίσκεται σε απόγνωση. Κρύβει το πρόσωπό της στις χούφτες της, λες κι έτσι θα είναι πιο ασφαλής. Τους είπε να φύγουν. Όλοι τους μακριά της. Στα μάτια τους έβλεπε την ανησυχία. Μήπως τρελάθηκε; Κι όμως πρέπει να μείνει μόνη της να σκεφτεί. Οφείλει στον εαυτό της να βρει τη δύναμη να το κάνει. Νιώθει όμως τόσο μόνη... Και τόσο γριά...
Πάντως έχουν δίκιο. Δεν είναι εύκολο να αντιταχτείς στον πατέρα. Ίσως και να μην είναι δίκαιο καν το γεγονός ότι τους το ζητάει. Εκείνη. Η μάνα. Ναι, τώρα το βλέπει πιο καθαρά. Χρειάζεται φοβερή δύναμη για κάτι τέτοιο. Έχουν δίκιο. Μα από την άλλη μεριά, ο Ουρανός ξέρει πως κάποιος από τους γιους του θα τον εκθρονίσει κάποια στιγμή. Δεν μπορεί να πέφτει έξω...
Ποιος όμως;...
________________________________________________________________________________
Ακόμα ένα παιδί. Για τον Ουρανό μια από εκείνες τις ζεστές νύχτες, που ένιωθε τη φλόγα να τον κυριεύει. Ξάπλωσε πλάι στη γυναίκα του. Κι η ελπίδα, το μοναδικό φως στην απόγνωση της Γαίας, ήταν εκείνη που την έσπρωξε να τον αγκαλιάσει, να τον χαϊδέψει, να τον νιώσει για άλλη μία φορά άντρα της, εραστή της, σύντροφό της στη Δημιουργία.
Και σήμερα ακόμα ένα παιδί. Μόνη της το γέννησε πίσω από τα βράχια, κοντά στη θάλασσα. Το μουρμούρισμα των κυμάτων την παρηγορούσε στους πόνους της γέννας. Και το θαύμα της ζωής, πήρε ξανά σάρκα και οστά. Και μαζί, άλλο ένα έγκλημα. Βλέπεις ήταν αγόρι. Ένα πανέμορφο, ήσυχο, μελαχρινό αγόρι. Και στα μάτια του Ουρανού ένας ακόμα κίνδυνος για τη δύναμή του.
Ακόμα ένα νεκρό παιδί.
Εκδίκηση. Απ' το μυαλό της περνάει συνέχεια η λέξη εκδίκηση. Φαντάζει δικαιοσύνη. Κάποιος πρέπει να πάρει εκδίκηση για όλα της τα νεκρά παιδιά. Και ψάχνει, ψάχνει συνεχώς, στύβει το μυαλό της να βρει τον τρόπο.
Η απελπισία της έχει μετατρέψει πια τον έρωτά της για εκείνον σε απέραντο μίσος. Κι αυτό το μίσος μέσα της είναι τόσο μεγάλο και τόσο στερεό, σαν ατσάλι. Και τη βασανίζει. Τη βαραίνει. Την κουράζει. Της στερεί τη ζωή. Ακριβώς όπως εκείνος στερεί τη ζωή στα παιδιά της. Το μυαλό της κάνει κύκλους. Κύκλους γύρω από την εκδίκηση.
Αυτό το μίσος την τυφλώνει. Δε σκέφτεται πια όπως παλιά. Δεν νοιάζεται πια για τη λύση του προβλήματος. Θέλει να τον καταστρέψει. Να τον εκμηδενίσει. Να του στερήσει ότι πολυτιμότερο. Ότι πολυτιμότερο...
- Μάνα!
Ο Κρόνος ήταν ο μόνος που είχε προσέξει την αλλαγή πάνω της. Ίσως πιο παρατηρητικός από τους άλλους, ίσως λιγότερο απορροφημένος από τα δικά του... Ίσως και να τον ένοιαζε περισσότερο από τους άλλους για τη Γαία, σαν πιο μικρός από όλους.
Σήμερα φαινόταν γερασμένη. Η όμορφή του μάνα φαινόταν εξαντλημένη. Μα πού είναι το μικρό; Πού μπορεί να το έκρυψε για να το προφυλάξ... Όχι, δεν είναι δυνατόν! Δεν μπορεί να συνέβη πάλι...!
Κι όμως τα μάτια της τον διαβεβαίωναν πως έκανε ότι μπόρεσε. Πάλεψε με τον Ουρανό, σώμα με σώμα. Πολύ δυνατότερός της, εκείνος την ανάγκασε να μεριάσει πολύ γρήγορα. Πήρε το παιδί και...
Ένιωθε την οργή του να τον πλημμυρίζει. Ένιωθε τη φοβερή σκιά του Ουρανού, σαν απειλή για την ίδια του τη ζωή. Ώστε είχε δίκιο η Γαία. Τίποτα δεν θ' αλλάξει ποτέ, εκτός...
Χωρίς πολλά λόγια του εξήγησε αργά - αργά το σχέδιό της. Εκείνος συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι...
- Απόψε κιόλας.
Εκείνο το βράδυ, ο Ουρανός γύρισε σπίτι τους γεμάτος πόθο για τη Γαία. Επιτέλους τέλειωσε κι αυτή η δοκιμασία της γέννας... Πλάγιασε πάνω της, φαρδύς - πλατύς. Ήταν η προσωποποίηση του τέλειου άντρα. Τι περισσότερο θα μπορούσε να ποθήσει οποιαδήποτε γυναίκα...
Το ατσάλινο δρεπάνι ήταν φτιαγμένο με όλο το μίσος της ψυχής της Γαίας. Ήταν λαξευμένο με όλες της τις σκέψεις κι όλους της τους φόβους. Εκείνο το βράδυ στο χέρι του Κρόνου, άστραψε στο φως των αστεριών, μία και μοναδική φορά. Λίγο πριν πέσει...
(1992 ή 93... Δεν είχα τότε σημειώσει και δε θυμάμαι πια...)
Εκείνη όμως δεν είχε ολοκληρώσει την αποστολή της. Και πάλι δεν άντεχε μόνη της. Εδώ και κάποιους αιώνες, οι δυο τους φτιάχνουν σιγά - σιγά ολόκληρη οικογένεια. Έναν καινούργιο κόσμο.
Οι Τιτάνες έχουν μεγαλώσει πια. Ποιος να το πίστευε ότι αυτά τα έξι πανύψηλα παλικάρια και οι έξι λυγερόκορμες κοπέλες ήταν κάποτε τόσα δα μωρουδάκια. Αμ, οι Κύκλωπες; Κοτζάμ άντρες έγιναν πλέον. Δε φαίνεται να υπάρχει κάτι που δεν θα κατάφερναν να κάνουν. Μπορεί να είναι μονόφθαλμοι, μα είναι καλόψυχοι, τρυφεροί. Αχ, να τους έβλεπες παλιότερα πως πρόσεχαν τους μικρότερους Τιτάνες... Κι εκεί ξέρεις, στην καρδιά τους, κρύβεται όλη τους η δύναμη... Όχι σαν τους Γίγαντες που τώρα τελευταία έχουν γίνει υπερόπτες.... Βλέπεις, οι τέσσερις αδελφοί είναι οι μεγαλύτεροι αλλά και οι δυνατότεροι απ' όλους τους άλλους.
Όμως τη Γαία δεν τη νοιάζει. Αγαπάει το ίδιο όλα της τα παιδιά. Γι' αυτό και θυμώνει με τον Ουρανό. Τώρα τελευταία εκείνος έχει αρχίσει να φοβάται. Φοβάται για τη φοβερή του εξουσία. Το ξέρει πως κάποιος από τους γιους του θα τον εκθρονίσει κάποια μέρα. Γι' αυτό κάθε νεογέννητο το πετάει στα έγκατα της γης.
Δε μπορεί ο έρωτάς του για την εξουσία να είναι μεγαλύτερος από εκείνον που νιώθει για τα παιδιά του! Είναι παράλογο. Δεν το χωράει το μυαλό της. Κάτι πρέπει να κάνει. Δεν αντέχει άλλο εκείνον τον πόνο, πολύ τρομερότερο από εκείνον της γέννας, τη στιγμή που ξεριζώνεται ένα από τα παιδιά της από τη Ζωή. Κάτι πρέπει να κάνει.
Το σκέφτεται πολύ καιρό τώρα. Μέρες και νύχτες απασχολεί το μυαλό της μ' ένα πρόβλημα ζωής και θανάτου. Δυνατότητα για δεύτερη γνώμη δεν υπάρχει. Δε μπορεί καν να μοιραστεί τη σκέψη της με κάποιον... Δε μπορεί;
Ψάχνει μέσα της βαθιά για να βρει τι αισθάνεται και δε μπορεί να βρει άκρη. Το κουβάρι των σκέψεων και των συναισθημάτων της μπερδεύεται ολοένα. Τι να’ γινε άραγε ο δικός της έρωτας για τον Ουρανό; Εκείνος ο έρωτας που τότε τον έλεγε Ουράνιο. Κοίτα που κατέληξε... Πάνδημος θα μπορούσε να ονομαστεί τώρα. Κοινός, χαμηλός, φορτικός... Ήταν φοβερό.
Λάτρευε πάνω του οτιδήποτε διαφορετικό είχε από εκείνη. Εκείνη την αίσθηση της Ελευθερίας και της Αγνότητας. Ζήλευε εκείνη την ικανότητα των ματιών του ν' αλλάζουν χρώμα ανάλογα με τη διάθεσή του. Εκείνο το κρυστάλλινο γαλάζιο όταν χαιρόταν κι εκείνο το μοναδικό γκρίζο της λύπης του. Το βιολετί του πόθου του και το ξέθωρο γαλάζιο της ξεγνοιασιάς του. Ενθουσιαζόταν με την απλότητα της Ψυχής αλλά και το μεγαλείο του Πνεύματός του. Το Ένστικτο του δε, αλάθητο. Άλλωστε ήταν κι ο μόνος που μπορούσε να προβλέπει το μέλλον.
Ίσως τελικά να μην ήταν και τόσο σοφός... Η Σοφία προϋποθέτει σύνεση και περίσκεψη. Κι εκείνος δε φαινόταν να σκέφτεται λογικά πλέον. Εκτός αν γνωρίζει κάτι που εκείνη αγνοεί... Μπα, δε μπορεί. Αν υπήρχε κάτι σημαντικό, θα της το έλεγε. Όχι, αυτό δε μπορεί να συνεχιστεί. Η απόφασή της έχει πια παρθεί. Και δεν θα κάνει πίσω.
________________________________________________________________________________
Διστάζουν. Αν είναι δυνατόν, διστάζουν. Διστάζουν μπροστά στην απόφαση να βάλουν ένα τέλος σε αναρίθμητα εγκλήματα. Δείχνουν να είναι πιο σημαντικά γι' αυτούς τα μικροσυμφέροντα της οικογένειας των Ουρανίδων, παρά το μέλλον εκείνης που θα ονομαστεί Ανθρωπότητα. Διστάζουν, ακούς;
Είχε μιλήσει πια με όλους. Κανείς τους δεν είχε το κουράγιο να τα βάλει με τον Γεννήτορα και προστάτη τους. Το βλέπει πως κατά βάθος, όλοι τους συμφωνούν πως είναι άδικο. Όμως δεν μπορούν, λένε, να το κάνουν αυτό. Τους φαίνεται ανήκουστο. Να του μιλήσουμε. Να το συζητήσουμε. Μα δεν καταλαβαίνουν πως εκείνη, η μάνα και γυναίκα του έχει προσπαθήσει τα πάντα...
Κουρασμένη πια, η Γαία βρίσκεται σε απόγνωση. Κρύβει το πρόσωπό της στις χούφτες της, λες κι έτσι θα είναι πιο ασφαλής. Τους είπε να φύγουν. Όλοι τους μακριά της. Στα μάτια τους έβλεπε την ανησυχία. Μήπως τρελάθηκε; Κι όμως πρέπει να μείνει μόνη της να σκεφτεί. Οφείλει στον εαυτό της να βρει τη δύναμη να το κάνει. Νιώθει όμως τόσο μόνη... Και τόσο γριά...
Πάντως έχουν δίκιο. Δεν είναι εύκολο να αντιταχτείς στον πατέρα. Ίσως και να μην είναι δίκαιο καν το γεγονός ότι τους το ζητάει. Εκείνη. Η μάνα. Ναι, τώρα το βλέπει πιο καθαρά. Χρειάζεται φοβερή δύναμη για κάτι τέτοιο. Έχουν δίκιο. Μα από την άλλη μεριά, ο Ουρανός ξέρει πως κάποιος από τους γιους του θα τον εκθρονίσει κάποια στιγμή. Δεν μπορεί να πέφτει έξω...
Ποιος όμως;...
________________________________________________________________________________
Ακόμα ένα παιδί. Για τον Ουρανό μια από εκείνες τις ζεστές νύχτες, που ένιωθε τη φλόγα να τον κυριεύει. Ξάπλωσε πλάι στη γυναίκα του. Κι η ελπίδα, το μοναδικό φως στην απόγνωση της Γαίας, ήταν εκείνη που την έσπρωξε να τον αγκαλιάσει, να τον χαϊδέψει, να τον νιώσει για άλλη μία φορά άντρα της, εραστή της, σύντροφό της στη Δημιουργία.
Και σήμερα ακόμα ένα παιδί. Μόνη της το γέννησε πίσω από τα βράχια, κοντά στη θάλασσα. Το μουρμούρισμα των κυμάτων την παρηγορούσε στους πόνους της γέννας. Και το θαύμα της ζωής, πήρε ξανά σάρκα και οστά. Και μαζί, άλλο ένα έγκλημα. Βλέπεις ήταν αγόρι. Ένα πανέμορφο, ήσυχο, μελαχρινό αγόρι. Και στα μάτια του Ουρανού ένας ακόμα κίνδυνος για τη δύναμή του.
Ακόμα ένα νεκρό παιδί.
Εκδίκηση. Απ' το μυαλό της περνάει συνέχεια η λέξη εκδίκηση. Φαντάζει δικαιοσύνη. Κάποιος πρέπει να πάρει εκδίκηση για όλα της τα νεκρά παιδιά. Και ψάχνει, ψάχνει συνεχώς, στύβει το μυαλό της να βρει τον τρόπο.
Η απελπισία της έχει μετατρέψει πια τον έρωτά της για εκείνον σε απέραντο μίσος. Κι αυτό το μίσος μέσα της είναι τόσο μεγάλο και τόσο στερεό, σαν ατσάλι. Και τη βασανίζει. Τη βαραίνει. Την κουράζει. Της στερεί τη ζωή. Ακριβώς όπως εκείνος στερεί τη ζωή στα παιδιά της. Το μυαλό της κάνει κύκλους. Κύκλους γύρω από την εκδίκηση.
Αυτό το μίσος την τυφλώνει. Δε σκέφτεται πια όπως παλιά. Δεν νοιάζεται πια για τη λύση του προβλήματος. Θέλει να τον καταστρέψει. Να τον εκμηδενίσει. Να του στερήσει ότι πολυτιμότερο. Ότι πολυτιμότερο...
- Μάνα!
Ο Κρόνος ήταν ο μόνος που είχε προσέξει την αλλαγή πάνω της. Ίσως πιο παρατηρητικός από τους άλλους, ίσως λιγότερο απορροφημένος από τα δικά του... Ίσως και να τον ένοιαζε περισσότερο από τους άλλους για τη Γαία, σαν πιο μικρός από όλους.
Σήμερα φαινόταν γερασμένη. Η όμορφή του μάνα φαινόταν εξαντλημένη. Μα πού είναι το μικρό; Πού μπορεί να το έκρυψε για να το προφυλάξ... Όχι, δεν είναι δυνατόν! Δεν μπορεί να συνέβη πάλι...!
Κι όμως τα μάτια της τον διαβεβαίωναν πως έκανε ότι μπόρεσε. Πάλεψε με τον Ουρανό, σώμα με σώμα. Πολύ δυνατότερός της, εκείνος την ανάγκασε να μεριάσει πολύ γρήγορα. Πήρε το παιδί και...
Ένιωθε την οργή του να τον πλημμυρίζει. Ένιωθε τη φοβερή σκιά του Ουρανού, σαν απειλή για την ίδια του τη ζωή. Ώστε είχε δίκιο η Γαία. Τίποτα δεν θ' αλλάξει ποτέ, εκτός...
Χωρίς πολλά λόγια του εξήγησε αργά - αργά το σχέδιό της. Εκείνος συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι...
- Απόψε κιόλας.
Εκείνο το βράδυ, ο Ουρανός γύρισε σπίτι τους γεμάτος πόθο για τη Γαία. Επιτέλους τέλειωσε κι αυτή η δοκιμασία της γέννας... Πλάγιασε πάνω της, φαρδύς - πλατύς. Ήταν η προσωποποίηση του τέλειου άντρα. Τι περισσότερο θα μπορούσε να ποθήσει οποιαδήποτε γυναίκα...
Το ατσάλινο δρεπάνι ήταν φτιαγμένο με όλο το μίσος της ψυχής της Γαίας. Ήταν λαξευμένο με όλες της τις σκέψεις κι όλους της τους φόβους. Εκείνο το βράδυ στο χέρι του Κρόνου, άστραψε στο φως των αστεριών, μία και μοναδική φορά. Λίγο πριν πέσει...
(1992 ή 93... Δεν είχα τότε σημειώσει και δε θυμάμαι πια...)

